essalaminas.gr

Άγιος Γρηγόριος

Μικρή εκκλησία των Μέσων Βυζαντινών χρόνων που βρίσκεται εντός της ευρύτερης περιοχής των Βασιλικών (παλαιότερα η περιοχή καλείτο από τους γηραιούς κουλουριώτες ως Βασιλικό). Το τοπωνυμικό Βασιλικό ή Βασιλικά υποδηλώνει πως τούτο ήταν ένα από τα βασιλικά κτήματα της αυτοκρατορικής αυλής του βυζαντινού κράτους, τα οποία υπάγονταν στον θεσμό της Πρόνοιας. Ο θεσμός αυτός ξεκίνησε τον 7ο αιώνα και έγινε εντονότερος κατά τον 11ο και 12ο αιώνα· είχε ως αφετηρία του την πιεστική ανάγκη εξεύρεσης σταθερών ποσοτήτων σιτηρών και ελαίου για την τροφοδοσία της Κωνσταντινούπολης και εκφραζόταν με την από μέρους του αυτοκράτορα παροχή προς τους στρατιωτικούς προνοιάριους αγροτικών εκτάσεων ή του δικαιώματος είσπραξης φόρων με αντάλλαγμα την προσφορά στρατιωτικών υπηρεσιών. Το τοπωνυμικό αυτό σχετίζεται άμεσα με τον ναό του Αγίου Γρηγορίου (α΄ μισό 11ου αιώνα), μάλλον ευκτήριο οίκο γαιοκτήμονα σε σχετικά εύφορη κοιλάδα, με την άλλοτε επιμελώς περιτοιχισμένη έκταση βορειοανατολικά και σχεδόν σε επαφή με τον παραπάνω ναό, με τον -ίσως- παλαιοχριστιανικό ή μεσοβυζαντινό ναό των Αγίων Αποστόλων, στη θέση όπου σήμερα είναι χτισμένη η μονή Φανερωμένης, καθώς και τους ναούς του Αγίου Ιωάννου στην περιοχή Ρέστη (τέλη 11ου – αρχές 12ου αι.) και του Αγίου Γεωργίου στο δρόμο για τη Φανερωμένη (12ος αι.). Γίνεται προφανές ότι η τοπωνυμία αυτή αναφερόταν σε ευρύτατες εκτάσεις της βορειοδυτικής Σαλαμίνας, όπου εκεί καλλιεργούνταν αμπέλια και ελιές, τα προϊόντα των οποίων αποστέλλονταν στην αυτοκρατορική αυλή. Τα ερείπια του διπλής χρήσης κτηρίου -πύργου και ελαιοτριβείου- που υπάρχουν πλησίον του Αγ. Γρηγορίου υποδηλώνουν την παρουσία στην περιοχή βυζαντινού οικισμού, ο οποίος ήταν σε άμεση εξάρτηση με εκείνον της Ζωοδόχου Πηγής και αργότερα με εκείνον του Βράχου της Κούλουρης. Οι δύο αυτοί οικισμοί επικοινωνούσαν μεταξύ τους με τον αμαξωτό δρόμο που ακολουθούσε τη μικρή ανωφερή κοιλάδα, με κατεύθυνση προς τα ανατολικά.
Ο οικισμός του Αγίου Γρηγορίου Βασιλικών είναι αρχαίος και χρειάζεται να ταυτιστεί με έναν από τους τέσσερεις (συγκεκριμένα έναν από τους δύο τελευταίους) που μνημονεύονται στη δημοσιευμένη από τον Αντώνιο Χατζή επιγραφή του 4ου αι. π. Χ. από το Αμπελάκι, στην οποία αναφέρονται ως τοποθεσίες της αρχαίας Σαλαμίνας η Συπταλία, η Κόλουρις, η Βοσφαγέα και η Βοειοτομία. Κατά τους χριστιανικούς χρόνους η περιοχή συνέχισε να κατοικείται γύρω από τον ναό του Αγίου Γρηγορίου, όπως τούτο φαίνεται από μία ολιγάριθμη συστάδα τάφων (ενός καμαρωτού και τριών κιβωτιόσχημων, στα βορειοδυτικά του ναού), από αρχιτεκτονικό υλικό παλαιοχριστιανικής βασιλικής, κείμενο στον αύλειο χώρο του ναού (αράβδωτοι κίονες, ένα ιωνικό επιθηματοειδές κιονόκρανο, τμήμα διαχωριστικού αμφικιονίσκου παραθύρου) και, τέλος από τμήματα διαφόρων θωρακίων, από μία αγνύθα και από ένα απότμημα παλαιοχριστιανικής Αγίας Τράπεζας. Ίσως πλησίον ή επί της βασιλικής αυτής να οικοδομήθηκε ο ναός του Αγίου Γρηγορίου.
Η αγροτική δραστηριότητα του βυζαντινού αυτού οικισμού μαρτυρείται, κυρίως από τα ερείπια του προαναφερθέντος πύργου-ελαιοτριβείου, δυτικά του ναού. Συγκεκριμένα, τρία ογκώδη μονόλιθα βάθρα ελαιοτριβικού συστήματος πιεστηρίου, μία μονόλιθη ελαιοτριβική λεκάνη, ένας ελαιοτριβικός τροχός με οπή στο κέντρο για την περιστροφή του γύρω από ξύλινο δοκό και ένας ελαιοτριβικός κύλινδρος συνιστούν μία ελαιοτριβική βιοτεχνική εγκατάσταση μακράς διάρκειας. Στην εν λόγω περιοχή υπάρχουν και κοσμικές κατασκευές που δηλώνουν ξεκάθαρα την παρουσία βυζαντινού οικισμού. Εκτός του περιβόλου που περιέκλειε κτήμα, ανατολικά του Αγίου Γρηγορίου, ο Πάλλας σε ανασκαφή του το 1941 είχε εντοπίσει όστρακα από εφυαλωμένα αγγεία, θραύσματα αμφορέα, έναν ολόκληρο αμφορέα με κομμάτι από το σκέπασμά του και έναν πήλινο δίσκο. Το 1987, ο Πάλλας σε προχωρημένη πια ηλικία, επανέλαβε τις ανασκαφές, βόρεια του ναού, και εντόπισε τοιχία, πιθανότατα στεγασμένων χώρων, καθώς και τρεις σιρούς (υπόγειους αποθηκευτικούς χώρους, κτιστούς μέσα στο έδαφος). Οι συγκεκριμένοι σιροί έχουν βάθος περίπου 1,50μ. και η διάμετρος του πυθμένα τους είναι γύρω στο ένα μέτρο. Στο εσωτερικό τους έχουν δεχθεί ισχυρό επίχρισμα και διατηρούνταν ίχνη χυμών από σταφύλια (μούστου ή τσίπουρου) και μάλλον είναι κατασκευασμένοι κατά τον 17ο αιώνα, μη βυζαντινής δηλαδή εποχής. Η τελευταία επισήμανση συνδέεται με την εποχή που ενδιαφέρει στην παρούσα εργασία και δηλώνεται άμεσα η καλλιέργεια αμπελιών στην περιοχή αυτήν.

Επισκεφτείτε την Εκκλησία