essalaminas.gr

ΙΣΤΟΡΙΑ

Σύμφωνα με τη μυθολογία, το όνομα Σαλαμίνα δόθηκε στο νησί από τον Κυχρέα, για να τιμήσει τη μητέρα του Σαλαμίνα που ήταν αδελφή της Αίγινας και μια από τις 50 κόρες του ποτάμιου θεού Ασωπού. Κατά την αρχαιότητα η Σαλαμίνα ήταν γνωστή με τα ονόματα Πιτυούσα (από το δένδρο πίτυς: πεύκος), Σκιράς (από τον ήρωα Σκίρο) και Κυχρεία (από τον Κυχρέα). Το νησί είναι επίσης γνωστό ήδη από την αρχαιότητα και με την ονομασία Κούλουρη, που προέρχεται από το ακρωτήριο «Κόλουρις άκρα» (σήμερα Πούντα), στο οποίο ήταν χτισμένη η αρχαία πόλη και το λιμάνι του 4ου αιώνα. π.Χ.

Στο νησί βασίλεψε ο Ασωπός ποταμός, αφού σκότωσε τον πρώτο βασιλιά του νησιού, τον Όφι. Από τον γάμο του με τη Μετώπη, απέκτησε δύο κόρες, τις νεράϊδες Σαλαμίνα και Αίγινα. Την κόρη του, Σαλαμίνα την αγάπησε παράφορα ο θεός της θάλασσας, Ποσειδώνας. Καρπός αυτού του έρωτα ήταν ο Κυχρέας (μισός άνθρωπος, μισός φίδι) ο οποίος βασίλεψε στο νησί. Ο Κυχρέας απέκτησε μια κόρη, τη Γλαύκη, η οποία παντρεύτηκε τον Τελαμώνα, γιό του Βασιλιά της Αίγινας Αιακού. Ο Τελαμώνας που διαδέχτηκε τον Κυχρέα στο θρόνο, απέκτησε αργότερα δυο γιούς: τον Αίαντα (από τον γάμο του με την Ερίβοια, κόρη του βασιλιά των Μεγάρων Αλκάθου) και τον Τεύκρο (από τον γάμο του με την Ησιόνη). Τα δυό αδέλφια έλαβαν μέρος στον Τρωϊκό Πόλεμο με 12 πλοία. Βασιλιάς του νησιού τότε ήταν ο Αίαντας, ο οποίος περιγράφεται ως ένας από τους γενναιότερους Έλληνες. Το τέλος του όμως ήταν τραγικό. Αυτοκτόνησε, όταν νικήθηκε από τον Οδυσσέα στους αγώνες που έγιναν με έπαθλο τα όπλα του νεκρού Αχιλλέα. Μετά το τέλος του πολέμου επέστρεψαν στο νησί ο Τεύκρος με τον Ευρυσάκη, γιος του Αίαντα και της Τέκμησας. Ο Τεύκρος αντιμετώπισε την οργή του πατέρα του Τελαμώνα, επειδή δεν εκδικήθηκε το θάνατο του αδελφού του. Έτσι εγκατέλειψε το νησί και πήγε στην Κύπρο, όπου ίδρυσε πόλη με το όνομα Σαλαμίνα, ενώ ο Ευρυσάκης βασίλεψε στο νησί και απέκτησε έναν γιό, τον Φιλαίο, που έγινε Αθηναίος πολίτης και δώρισε τη Σαλαμίνα στους Αθηναίους. Για αιώνες μετά, η Σαλαμίνα υπήρξε το … «μήλον της έριδος» μεταξύ Αθηνών και Μεγάρων. Κάποια εποχή η Σαλαμίνα βρέθηκε στη κατοχή των Μεγαρέων. Μετά δε την παρέμβαση του Σόλωνα η Σαλαμίνα τέθηκε υπό τον έλεγχο των Αθηναίων.

Κατά τους περσικούς πολέμους η Σαλαμίνα πρόσφερε ανεκτίμητη βοήθεια στους Αθηναίους και στους συμμάχους των κατά των Περσών και ιδιαίτερα έμεινε γνωστή στην ιστορία για την μεγάλη ναυμαχία που διεξήχθη στο στενό της το 480 π.χ. Στη Σαλαμίνα, κατά την περίοδο της ναυμαχίας συναντώνται οι τρεις μεγαλύτεροι ποιητές των αιώνων. Ο Αισχύλος πολέμησε στη ναυμαχία και έγραψε γι’ αυτήν. Ο Σοφοκλής έφηβος έλαβε μέρος στα Επινίκια, ενώ ο τραγικότερος των τριών, ο Ευριπίδης γεννήθηκε στη Σαλαμίνα όταν διαδραματιζόταν το μεγάλο ιστορικό γεγονός.

Γιος του Αιακού και της Ενδηίδος, αδερφός του Πηλεύς, της Αλκιμάχης και του Φώκου, ο Πηλεύς και ο Τελαμών εγκατέλειψαν την Αίγινα, την πατρίδα τους, και εγκαταστάθηκαν, ο πρώτος στην Θεσσαλία και ο δεύτερος στη Σαλαμίνα. Εκεί πήρε σύζυγο την κόρη του βασιλιά Κυχρέως Γλαύκη, από την οποία δεν απέκτησε παιδιά. Όταν πέθανε η Γλαύκη, πήρε σύζυγό του την Περίβοια ή Ερίβοια, από την οποία απέκτησε τον Αίαντα.

Ο Τελαμών έλαβε μέρος στο κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου και, μαζί με τον Ηρακλή, συμμετείχε στην Αργοναυτική Εκστρατεία και στην πρώτη εκστρατεία κατά της Τροίας. Ως λάφυρο πήρε την κόρη του Λαομέδοντος Ησιόνη, από την οποία απέκτησε τον Τεύκρο. Από μία άλλη αιχμάλωτη, την Θεανείρα (την οποία όμως μερικοί ταυτίζουν με την Ησιόνη), απέκτησε τον Τράμβηλο ή Στράμβηλο, που αργότερα πολέμησε στο πλευρό των Τρώων κατά των Ελλήνων και σκοτώθηκε από τον Αχιλλέα.

Ο Τελαμών ζούσε ακόμη όταν οι δύο γιοι του Αίας και Τεύκρος έφυγαν για την Τροία. Για το θάνατό του δεν υπάρχου πληροφορίες. Πάντως, μαρτυρείται λατρεία του στην Αίγινα και την Σαλαμίνα, γεγονός που αποδεικνύει ότι ήταν προφανώς ένας τοπικός θεός, ο οποίος εξέπεσε στην τάξη των ηρώων.

Γιος του Τελαμώνος βασιλιάς της Σαλαμίνας. Συχνά αναφέρεται χωρίς πατρωνυμικό, αλλά λέγεται και τελαμώνιος ή μέγας ή μείζων, κυρίως για να διακρίνεται από τον ομώνυμο ήρωα, το όνομα του οποίου ακολουθείτε σταθερά από κάποια προσωνυμία. Η διαφορά αυτή δείχνει ποιος από τους δύο ήρωες θεωρούνταν υπέρτερος. Στον Όμηρο οι δύο ήρωες αναφέρονται στον δυϊκό αριθμό «Αίαντε

». Η καταγωγή του Αίαντος του Τελαμώνιου ήταν, σύμφωνα με τον Όμηρο, πολύ υψηλή και θεία, στο ίδιο επίπεδο με του Αχιλλέα, που είναι αμέσως πιο πάνω από τον Αία και, κατά τον Όμηρο, ο πρώτος ήρωας των Ελλήνων. Ο πατέρας του Αίαντος Τελαμών και ο Πηλεύς, πατέρας του Αχιλλέα, ήταν γιοι του Αίακου, γιου του Διός. Ο Πηλεύς και ο Τελαμών είχαν νόθο αδερφό τον Φώκο, τον οποίο σκότωσαν, σύμφωνα με τη παράδοση, και για την πράξη τους αυτή εξορίστηκαν από την Αίγινα από τον πατέρα τους, αργότερα όμως διακρίθηκαν για την ανδρεία τους. Μετά από την εξορία τους, ο Πηλεύς ήρθε Φθία και απέκτησε μεγάλη δύναμη στην περιοχή του Πηλίου.

Ο Τελαμών εγκαταστάθηκε στη Σαλαμίνα. Μαζί με τον φίλο του τον Ηρακλή πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά του Λαομέδοντος, του μυθικού βασιλιά της Τροίας, και, κατά τον Ισκαριώτη «Αριστείον ηξιώθει» πήρε δηλαδή, μετά την άλωση της Τροίας, ως βραβείο για την ανδρεία του την κόρη του Λαομέδοντος Ισιώνη, με την οποία απέκτησε τον Τεύκρο, ετεροθαλή αδερφό του Αίαντος. Σύμφωνα με την παράδοση, η μητέρα του Αία ήταν η Εριβοία, εγγόνι του Πέλοπος. Συνεπώς και από τη μητέρα του ο Αίας καταγόταν από τον Δία. Ως Αιακίδης ο Αχιλλεύς αναφέρεται στον Όμηρο, ενώ ο Αίας μόνο μετά τον Όμηρο. Στη συνέχεια ο Αίας προβάλλεται ως αθηναίος, γιατί η μητέρα του Εριβοία, σύμφωνα με τον Αττικό μύθο, υπήρξε μια από τις παρθένες που στάλθηκαν στον μινώταυρο μαζί με τον Θησέα. Η Εριβοία έγινε αργότερα σύζυγος του Θησέως και έτσι εξηγείται η ύπαρξη της «Αιαντίδος Φυλής» στην Αττική. Στην μεγάλη εκστρατεία κατά της Τροίας ο Αίας ως βασιλιάς της Σαλαμίνας, πήρε με μικρή δύναμη από 12 πλοία, ενώ ο Αχιλλέας ήταν επικεφαλής 50 πλοίων. Χαρακτηριστικό της διαφοράς αυτής είναι και το ότι, κοντά στο ακρωτήριο της Τροίας Ροίτειο, ο Αίας κατέλαβε την αριστερή άκρη του στόλου και ο Αχιλλέας την δεξιά. Κατά τους αγώνες των Ελλήνων στη Τροία, ο Αίας είναι ο δεύτερος μετά τον Αχιλλέα ηγήτορας και αγωνιστής την ώρα της μάχης. Μετά την αποχώρηση του Αχιλλέα ο Αίας έγινε ο πιο άξιος ήρωας των Ελλήνων και ιδιαίτερα όταν η κατάσταση έφτασε σε σημείο απόγνωσης. Επανειλημμένα οδηγεί τους Έλληνες στην επίθεση ή καλύπτει την υποχώρηση τους. Ο συνηθέστερος χαρακτηρισμός του είναι «έρκος Αχαιών», δηλαδή προπύργιο των Ελλήνων.

Αυτός διακρίνεται στον αγώνα γύρο από τα πλοία αγωνίζεται μπροστά από το νεκρό σώμα του Πατρόκλου και υπερασπίζεται τον Τεύκρο.Αυτός αντιμετωπίζει σε μονομαχίατον Εκτωρα, η οποία καταπαύει όταν έρχεται η νύχτα χωρίς οριστικό αποτέλεσμα αλλά με προφανή την υπεροχή του Βασιλιά της Σαλαμίνας. Το τελευταίο αυτό υποδηλώνεται ίσως από τα δώρα τα οποία ανταλλάσσουν οι δύο αντίπαλοι μετά το τέλος της μονομαχίας. Ο Έκτορ προσφέρει «ξίφος αργυρόηλων συν κολεώ τε και ευτμήτω τελαμώνι». Τη θέση αυτή του ήρωα στον Όμηρο επιβεβαιώνει και ο τρόπος με τον οποίο προβάλλεται το πρόσωπό του από τον ποιητή, περισσότερο για την εξωτερική του εμφάνιση αλλά και για τον χαρακτήρα του. Στον διάλογο μεταξύ Πρίαμου και Ελένης ενώ παρατηρούν τον στρατό των ελλήνων από τα τείχη της Τροίας κατά την «τειχοσκοπία» ο Αίας χαρακτηρίζεται από τον Πρίαμο που ρωτά ως «ηύς τε μέγας τε» στο κεφάλι και τους ώμους, που υπερέχει από τους άλλους έλληνες – με τον Αχιλλέα βέβαια απόντα – και από την Ελένη, που του απαντά, ως «πελώριος». Στο «μέγεθος» ο Έκτορ, μετά την λήξη της μονομαχίας που προαναφέρθηκε, προσθέτει «βίην» ώς σωματικό χαρακτηριστικό του Αίαντος. Ξεχωριστό όπλο του είναι η τεράστια και φοβερή ασπίδα του από επτά δέρματα βοδιού («δείνον σάκος επταβόειον»), η οποία στον Όμηρο παρομοιάζεται με πύργο, προφανώς μυκηναϊκού τύπου. Σχετικώς με το λαμπρό του παράστημα είναι και ο χαρακτηρισμός «φαίδιμος Αίας». Συμπλήρωμα των παραπάνω, σε ότι αφορά στην έκφραση του προσώπου, είναι και η εικόνα του ήρωα πριν από την μονομαχία του με τον Έκτορα. Αφού φόρεσε την πανοπλία, πελώριος όπως ο Άρης, προχωράει στον αγώνα με μεγάλα βήματα κραδαίνοντας το «δολοχόσκιον» δόρυ, «μειδιόων βλοσυροίσι προσώπασι», και προκαλώντας την ευχαρίστηση των ελλήνων που τον έβλεπαν αλλά και τον φρικτό τρόμο των Τρώων. Αντίστοιχο με το παράστημα του Αίαντος είναι και το φρόνημά του. Όπως η ρώμη του σώματος, έτσι και η δύναμη του φρονήματος του είναι ακλόνητη. Το πάντα σταθερό θάρρος του ήρωα εκφράζεται λαμπρά στην ανδρεία του πού, με εξαίρεση τον Αχιλλέα, δεν υπολείπεται από κανένα άλλο έλληνα. Δικαιολογημένη είναι η υπερηφάνεια αλλά και η ευθύτητα και η ειλικρίνεια του ήρωα. Όπως στο συναίσθημα, έτσι και στο λογικό ο Αίας προβάλλεται απλός και πηγαίος και η σκέψη του δεν είναι ανάξια λόγου. Ο Έκτωρ του αναγνώριζε παράλληλα με το «μέγεθος» και «βίην» την «πινυτήν», δηλ. τη σύνεση. Ωστόσο η διανόηση του Αίαντος δεν έχει την κινητικότητα και την ευστροφία, χαρακτηριστικό άλλων ομηρικών ηρώων. Σε αγώνα πάλης ο Αίας και ο Οδυσσέας αναδεικνύονται ισόπαλοι. Έτσι το «πολυμήχανον» του δεύτερου αντισταθμίζει την κατά τα άλλα υπεροχή του πρώτου. Αντίστοιχα λιτός, αν όχι αργός, είναι και ο λόγος του Αίαντος. Μετέχει στην πρεσβεία, που στάλθηκε προς εξευμενισμό του Αχιλλέος ως τρίτο μέλος αλλά δεν λέγει παρά ελάχιστα και συμβατικά ενώ ο Οδυσσεύς είναι ο επικεφαλής της πρεσβείας και ο κύριος ομιλητής. Ο Αίας όμως δεν είναι προδιατεθειμένος για συμβιβασμούς , και ακόμα λιγότερο για συνθηκολογήσεις που τραυματίζουν την φιλοτιμία του. Στην Οδύσσεια γίνετε μνεία του θανάτου του Αίαντος εξαιτίας των όπλων του Αχιλλέος. Τα όπλα αυτά, μετά το θάνατο του κατόχου τους και τους αγώνες που ακολουθούσαν, δόθηκαν στον Οδυσσέα, που προκηρύχθηκε μεταξύ των ηρώων που επέζησαν. Ο Αίας, που θίχτηκε από την απόφαση αυτή, καταλήφθηκε από μανία και όρμησε με το ξίφος στο στρατόπεδο των Αχαιών αλλά η Αθήνα που επότευε στην κρίση διατάραξε την διάνοια του και τον έκανε να στραφεί προς τα κοπάδια του στρατοπέδου. Στην παραφορά του ο Αίας έσφαξε μέρος από τα ζώα και έφερε στη σκηνή του ένα σφαγμένο κριάρι νομίζοντας πως είναι ο Οδυσσεύς. Όταν συνήλθε αυτοκτόνησε από ντροπή και αγανάκτηση πέφτοντας πάνω στο σπαθί του.

Όσα προαναφέρθηκαν, καθώς και άλλα σχετικά με τον θάνατο του Αίαντος, φαίνεται πως συνδέονται με την παραπάνω μνεία για τον θάνατο του ήρωα στην Οδύσσεια. Προέρχονται όμως όχι από τα Ομηρικά έπη, αλλά από άλλες μεταγενέστερες πηγές, ανάμεσα στις οποίες είναι και τα σχόλια στην Οδύσσεια του Ομήρου και η Μικρά Ιλιάς. Βασικές πηγές για την κρίση των όπλων του Αχιλλέα είναι οι μεταμορφώσεις του Οβιδίου και για τον θάνατο του Αίαντος η ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλέους, γιατί από την αντίστοιχη τραγωδία του Αισχύλου σώζονται μόνο λίγα αποσπάσματα. Στην τραγωδία αυτή του Σοφοκλέους περιλαμβάνετε και η περίφημη αποχαιρετιστήρια ευχή του Αίαντος προς τον γιο το Ευρυσάκη «Ω παί γέννοιο πατρός ευτυχέστερος / τα δ’ αλλ’ όμοιος και γέννοι αν ού κακός».

Εκτός από τα παραπάνω, πολλά άλλα σχετικά με τον θάνατο του ήρωα αναφέρονται από τη μυθολογία, για τα οποία «υπόθεσιν» του Αίαντος του Σοφοκλέους. Σύμφωνα με μια εκδοχή «τρωθείς από του Πάριδος ήλθεν εις τας ναύς αιμορροών», και με μια άλλη θάφτηκε ζωντανός από τους Τρώες που του έριξαν λάσπη. Σχετικά με την ιδιότητα του ως άτρωτου, αναφέρεται από τον Ησίοδο, καθώς και από τον Πίνδαρο ότι όταν ο Ηρακλής επισκέφθηκε τον Τελαμώνα φορώντας τη λεοντή, ευχήθηκε να γίνει το παιδί του που μόλις είχε γεννηθεί, «άρρηκτον», δήλ. Άτρωτο όπως και η λεοντή. Ο Ζευς που ανταποκ

ρίθηκε στην ευχή, έστειλε έναν «αιετόν», από όπου το παιδί ονομάστηκε Αίας. Από το περιστατικό αυτό αναπτύχθηκε ο μύθος ότι ο Αίας ήταν άτρωτος εκτός από την πλευρά που δεν κάλυψε η λεοντή με την οποία σύμφωνα με τον μύθο τον περιτύλιξαν. Η άποψη στην οποία πολλοί κατέληξαν με αφορμή τα παραπάνω, ότι δηλαδή ο Αίας αρχικά δεν ήταν άνθρωπος αλλά γιγάντιο και υπερφυσικό ον, μπορεί να χαρακτηριστεί δικαιολογημένη αλλά όχι απόλυτα τεκμηριωμένη. Αυτό με σαφήνεια προκύπτει από τις πηγές είναι ότι ο Αίας, από τον Όμηρο και μετά παριστάνετε ως πελώριος και πανίσχυρος άνθρωπος. Ο τάφος του ήρωα το Αιάντειον, δειχνόταν σε περιοχή κοντά στο Ροιτειο, ακρωτήριο της Τροίας, όπου υπήρχε και ο ναός προς τιμήν του.

Φαίνεται ότι η λατρεία του Αίαντος είχε ευρεία διάδοση κατά την αρχαιότητα, γιατί αναφέρεται ως καθιερωμένη στη Σαλαμίνα, την Αττική, την Τρωάδα, στο Βυζάντιο, ίσως και στα Μέγαρα. Η λατρεία αυτή πρέπει να ήταν αξιόλογη στη Σαλαμίνα τη γενέτειρα του ήρωα, και στην Αττική, με την οποία συνδέθηκε η μητέρα του Ερίβοια. Στη Σαλαμίνα είχαν ιδρυθεί Ιερά και ανδριάντας προς τιμήν του, και σχετική γιορτή, τα Αιάντεια, συνέδεε το νησί με την πόλη της Αθήνας, ιδιαίτερα μετά την κατάληψη της Σαλαμίνας από τους αθηναίους. Τα Αιάντεια γιορτάζονταν με λαμπρό τρόπο. Μετά τη νικηφόρα ναυμαχία της Σαλαμίνας, τιμούσαν τον Αίαντα ως ήρωα στην Αττική και τον γιο του Ευρυσάκη στη Βραυρώνα. Μια από τις κυριότερες φυλές της Αθήνας, οι Αιαντείς, που ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του ήρωα, έπαιρνε κατά κανόνα την τιμητική θέση που της ανήκε στη δημόσια ζωή της πόλης. Το άγαλμα του Αίαντος, ως επώνυμου ήρωα είχε στηθεί μπροστά στο Βουλευτήριο της Αθήνας.

πηγή: Pinetrest

Γιος του Τελαμώνος και της Ησιόνης, ετεροθαλής αδερφός του Αίαντος, μαζί με τον οποίο πήρε μέρος στον Τρωικό Πόλεμο. Ήταν περίφημος τοξότης και σκότωσε πολλούς Τρώες. Ο ίδιος πληγώθηκε από τον Έκτορα, αλλά σώθηκε από τον Αίαντα. Πήρε μέρος στους ταφικούς αγώνες προς τιμήν του Πατρόκλου, όπου νίκησε στην τοξοβολία και ήταν ένας από τους Αχαιούς που μπήκε μέσα στον Δούρειο Ίππο.

Μετά την άλωση της Τροίας, ο Τεύκρος επέστρεψε στη Σαλαμίνα όπου βασίλευε ακόμη ο Τελαμών, ο οποίος όμως τον έδιωξε γιατί δεν είχε εκδικηθεί για τον θάνατο του Αίαντος. Ο Τεύκρος πήγε στην Κύπρο, όπου ίδρυσε την Σαλαμίνα. Μια παράδοση αναφέρει, ότι μαζί του στην Κύπρο πήγε και ο Ευρυσάκης, γιος του Αίαντος από την Τέκμησσα, του οποίου την φροντίδα είχε αναλάβει ο Τεύκρος. Όταν κάποτε ο Τεύκρος και ο Ευρυσάκης επέστρεψαν στη Σαλαμίνα, αποκατέστησαν τον Τελαμώνα στο Βασιλικό Αξίωμα (το οποίο είχε χάσει), αλλά ο Τεύκρος εκδιώχθηκε αυτή τη φορά από τον ίδιο τον Ευρυσάκη. Πήγε στην Ισπανία όπου ίδρυσε την πόλη στη θέση της νεότερης Καρθαγένης.

Ο Ευριπίδης, ο τελευταίος κατά χρονολογική σειρά από τους τρεις μεγάλους τραγικούς ποιητές της αρχαιότητας, γεννήθηκε στη Σαλαμίνα, σύμφωνα με το «Πάριο Μάρμαρο», όταν άρχων των Αθηνών ήταν ο Φιλοκράτης, την 73η Ολυμπιάδα – δηλ. το 485 πΧ – ή, σύμφωνα με το ανώνυμο Βίο και το λεξικό Σούδα, όταν άρχων ήταν ο Καλλιάδης, την 75η Ολυμπιάδα, δηλ. το 480 πΧ. Η τελευταία αυτή πληροφορία που έχει την απαρχή της στους αρχαίους χρόνους, συνετέλεσε ώστε να συνδεθεί, σαν σε θρύλο το όνομα και των τριών μεγάλων τραγικών με το λαμπρό πολεμικό κατόρθωμα των Ελλήνων, με τη Ναυμαχία και τη νίκη της Σαλαμίνας: την ημέρα που γεννιόταν ο Ευριπίδης, ο Αισχύλος πολεμούσε μαζί με τους άλλους Έλληνες οι οποίοι καταναυμαχούσαν τους Πέρσες, ενώ ο Σοφοκλής, έφηβος ακόμη ήταν επικεφαλής του χώρου που έψαλλε τα επινίκια.

Πληροφορίες για τη ζωή του Ευριπίδη μας παραχωρούν, εκτός από το λεξικό Σούδα και τον Ανώνυμο Βίο, που αναφέρθηκαν προηγούμενα και ο Αύλος Γέλλιος, καθώς και ο Περιπατητικός βιογράφος Σάτυρος στο βιβλίο του Βίος Ευριπίδου από το οποίο εκτεταμένα αποσπάσματα διασώθηκαν στους Οξύρρυγχους. Για κανέναν άλλο τραγικό ποιητή δεν διασώθηκαν τόσες πληροφορίες όσες για τον Ευριπίδη, πληροφορίες που, ωστόσο, είναι σε πολλά σημεία αντιφατικές.

Κατά την μακρά ποιητική σταδιοδρομία του ο Ευριπίδης προκάλεσε πολλά μίση και πολλές αντιπάθειες τον συγχρόνων του με το μοναχικό και κλειστό χαρακτήρα του, καθώς και για τις τολμηρές ιδέες του. Αποτελούσε μόνιμο και αδιάλειπτο στόχο των αιχμηρών σκωπτικών βέλων των κωμωδιογράφων, που με τη συστηματική πολεμική τους εναντίον του συνετέλεσαν όχι μόνο στο να διασυρθεί το έργο του, αλλά και στο να σπιλωθεί ο βίος, η καταγωγή, και η οικογενειακή ζωή του. Γι’ αυτό και οι πληροφορίες που διασώθηκαν για τη ζωή του είναι αντικειμενικές σε πολύ μικρό βαθμό, ανακριβείς και συγκεχυμένες. Σε πολλά σημεία δεν ανταποκρίνονται στη πραγματικότητα.

Ο πατέρας του αναφέρεται άλλοτε ως Μνησαρχίδης (Βίος), άλλοτε ως Μνήσαρχος ή Μνησαρχίδης (λεξικό Σούδας) και ήταν «κάπηλος» (μικροπωλητής, έμπορος), σύμφωνα με τον Ανώνυμο Βίο, αλλά η πληροφορία αυτή δεν είχε διασταυρωθεί από άλλη πηγή. Η μητέρα του λεγόταν Κλειτώ και κατά τους βιογράφους, ήταν λαχανοπώλιδα. Αλλά και αυτή η πληροφορία έχει, χωρίς αμφιβολία, την πηγή της στα σκώμματα των κωμικών ποιητών και ιδιαίτερα του Αριστοφάνη, ο οποίος κάνει επανειλημμένως υπαινιγμούς για την ταπεινή καταγωγή του Ευριπίδη. Όπως αναφέρεται στο λεξικό Σούδα, την ανακρίβεια της πληροφορίας αυτής είχε αποδείξει ο Ατθιδογράφος Φιλόχορος ο οποίος έγγραψε: «ουκ αληθές δε ως λαχανώπολις ήν η μητήρ αυτού.Και γαρ των σφόδρα ευγενών ετύγχανε» .Εξάλλου δύο μαρτυρίες επιβεβαιώνουν ότι δεν έχει ταπεινή καταγωγή και ότι, αντίθετα ανήκε σε ευγενή οίκο: κατά των Αθήναιο, ο ποιητής μετείχε στις εορτές του Δηλίου Απόλλωνος, ενώ σύμφωνα με τον Ανώνυμο Βίο – που κατά άλλα περιέχει πολλές αντιφάσεις – διατέλεσε όταν ήταν παιδί «Πυρφόρος του Ζωστηρίου Απόλλωνος».

Φαίνεται ότι οι γονείς του Ευριπίδη είχαν μετοικίσει κάποτε στη Βοιωτία, αλλά επανήλθαν στην Αττική. Ο πατέρας του, όπως και ο ποιητής ανήκε στο Δήμο της Φλείας. Ενδεικτικό για την ευπορία του είναι ότι ο Ευριπίδης ήταν κάτοχος μιας πλουσιότατης βιβλιοθήκης.

Κατά τον Ανώνυμο Βίο, όταν ο πατέρας του έλαβε χρησμό ότι ο γιος του επρόκειτο να νικήσει σε στεφανηφόρους αγώνες, ο Ευριπίδης πηρε μέρος σε αγώνες «Παγκρατίου» και «Πυγμής», στους οποίους και βγήκε νικητής. Στην ίδια πηγή περιέχεται η πληροφορία ότι ασχολούνται με τη ζωγραφική και ότι οι ζωγραφικοί πίνακες του επιδεικνύονταν στα Μέγαρα. Η πληροφορία αυτή μπορεί όμως, να είναι απήχηση του ζωηρού ενδιαφέροντος που έδειχνε ο ποιητής για τη ζωγραφική, όπως φαίνεται σε πολλά σημεία του έργου του.

Όλες οι πληροφορίες των αρχαίων βιογράφων συμπίπτουν σε ότι αφορά τη μόρφωση και την παιδεία του: Ο Ευριπίδης παρακολούθησε μαθήματα του Αναξαγόρα, ήταν μαθητής του φυσικού φιλόσοφου Αρχελάου, του ρήτορα και σοφιστή Προδίκου, καθώς και του Σωκράτη, με τον οποίο συνδέθηκε με πολύ στενή φιλία και οποίος τον επηρέασε στο ηθικό μέρος της Φιλοσοφίας του. Λέγονταν μάλιστα ότι ο Σωκράτης υπήρξε θαυμαστής των τραγωδιών του. Ο Ευριπίδης, ζωηρό και ανήσυχο πνεύμα, με έντονη ανανεωτική διάθεση και αγάπη για το καινούργιο, δεν ήταν δυνατό να μη δεχτεί επίσης στην επίδραση των Φιλοσοφικών αντιλήψεων του Αναξαγόρα και της Σοφιστικής τέχνης του Προδίκου και του Πρωταγόρα, καθώς της Σωκρατικής μεθόδου του ορθολογικού κριτικού ελέγχου. Και οι επιδράσεις αυτές είναι καταφανείς στο έργο του. Χάρη σ ’αυτές κατόρθωσε να συλλάβει πιο ουσιαστικά από κάθε άλλον και να εκφραστεί τον βαθύτερο παλμό και το βαθύτερο πνεύμα της εποχής του. Η άποψη που περιέχεται στο λεξικό Σούδα και σύμφωνα με την οποία «επί τραγωδία ετράπη τον Αναξαγόρα ιδών υποστάντα κινδύνους δι’ άπερ εισήξε δόγματα» κρίνετε ως αφελής, γιατί αγνοεί τα βαθύτερα κίνητρα της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Αναφέρεται επίσης ότι ο Ευριπίδης, για να αποφεύγει το πλήθος και την οχλαγωγία, αποσυρόταν συχνά όλη την ημέρα σε ένα σπήλαιο στη Σαλαμίνα, όπου μελετούσε και συνέθετε τις τραγωδίες του.

Άρχισε να διαγωνίζεται όταν άρχων ήταν ο Καλλίας, την 81η Ολυμπιάδα, δηλαδή το 455 πΧ και δίδαξε στη σκηνή τη τραγωδία του Πηλιάδες, με την οποία κέρδισε το τρίτο βραβείο. Το πρώτο βραβείο έλαβε – κατά το «Πάριο Μάρμαρο» – το 441. Και σε όλη την πενηντάχρονη ποιητική σταδιοδρομία του δεν κέρδισε παρά μόνο 4 πρώτες νίκες.

Συγκεχυμένες είναι οι πληροφορίες που αναφέρονται στην οικογενειακή ζωή του ποιητή. Σύμφωνα με τον Ανώνυμο Βίο, νυμφεύθηκε 2 φορές, η πρώτη σύζυγός του ονομαζόταν Μελιτώ και η δεύτερη Χοιριλή ή Χοιρίνη. Απέκτησε τρία παιδιά, τον Μνήσαρχο, που έγινε έμπορος, Μνησίχολο, που έγινε υποκριτής (ηθοποιός), και τον Ευριπίδη που αναδείχτηκε σε ποιητή και που δίδαξε από τη σκηνή, μετά το θάνατο του πατέρα του, τις τραγωδίες του τελευταίου Ιφιγένεια έν Αυλίδι, Βάκχαι και Αλκμαίων στη Κόρινθο. Έτσι, ο μεγάλος τραγωδός κέρδισε μετά το θάνατο την πέμπτη και τελευταία νίκη του στους δραματικούς αγώνες.

Με τη συμβολή των κωμωδιογράφων δημιουργήθηκε η φήμη ότι η ιδιωτική ζωή του ποιητή ήταν δυστυχισμένη. Λεγόταν ότι Χοιρίλη επέδειξε ακόλαστη διαγωγή, γι’ αυτό και ο Ευριπίδης την έδιωξε και στη συνέχεια συνέθεσε τον πρώτο Ιππόλυτο, στον οποίο επιχειρούσε να καταδείξει την αναισχυντία των γυναικών. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή ο ποιητής συνέλαβε τη Χοιρίλη να τον απατά με έναν νεαρό οικογενειακό δούλο, τον Κηφισοφώντα. Γι αυτό την εγκατέλειψε παραδίδοντας την στο δούλο. Μνεία για τον Κηφισοφώντα υπάρχει στην κωμωδία του Αριστοφάνη Βάτραχοι, όπου όμως, χωρίς να γίνετε υπαινιγμός για τις συζυγικές ατυχίες του ποιητή, ο Κηφισοφών αναφέρεται ως συγκάτοικος του Ευριπίδη που τον βοηθούσε στη σύνθεση της μουσικής των τραγωδιών του.

Το 408 πΧ, ο Ευριπίδης εγκατέλειψε την Αθήνα, ίσως εξαιτίας της εχθρότητας που του έδειχναν οι Αθηναίοι και των συνεχών ανηλεών σκωμμάτων των κωμωδιογράφων. Στον Ανώνυμο Βίο απαντούν δύο σημεία που αναφέρονται στη εχθρική αυτή στάση :Υπό γαρ Αθηναίων εφθονείτο» και «Επέκειντο δε και οι κωμικοί φθόνω αυτόν διασύροντες». Στην αρχή πήγε στη Μαγνησία όπου τιμήθηκε ως πρόξενος «πρόξενος» και του παραχωρήθηκε ατέλεια, και στη συνέχεια στην αυλή του βασιλιά της Μακεδονίας Αρχελάου. Προς τιμήν του Μακεδόνα βασιλιά συνέθεσε την τραγωδία Αρχέλαος, η οποία έχει χαθεί. Στη Μακεδονία επίσης συνέθεσε ή συμπλήρωσε την τραγωδία Βάκχαι, την οποία, μετά το θάνατο του, δίδαξε ο ομώνυμος γιος του. Πέθανε και ετάφηκε στη Μακεδονία, τον κατασπάραξαν, σύμφωνα με πληροφορία που περιέχεται στον Ανώνυμο Βίο, οι σκύλοι του βασιλιά Αρχελάου. Η ίδια πηγή αναφέρει ότι η είδηση του θανάτου του προκάλεσε θλίψη στην Αθήνα και ότι ο λαός δάκρυσε όταν ο Σοφοκλής, φορώντας «φαίο Ιμάτιο» σε ένδειξη πένθους εισήγαγε στο θέατρο τον χορό και τους υποκριτές αστεφάνωτους.

Τον ποιητή που μισήθηκε όσο ζούσε, που με τις τραγωδίες του μαστίγωνε τις ατέλειες θεών και ανθρώπων τον τίμησαν οι Αθηναίοι με τον θάνατο του. Κατασκεύασαν κενοτάφιο πάνω στο οποίο χαράχθηκε το εξής επίγραμμα του Θουκυδίδη (ή του μελοποιού Τιμοθέου):

Μια από τις καθοριστικές συγκρούσεις Ελλήνων και Περσών, που έγινε στις 28 ή 29 Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ. στα στενά μεταξύ του νησιού της Σαλαμίνας και των ακτών της Αττικής. Μετά τις Θερμοπύλες , η μόνη αμυντική γραμμή για τους Έλληνες ήταν ο ισθμός της Κορίνθου. Ύστερα από τις συγκρούσεις στο Αρτεμίσιο, την εκκένωση της Αθήνας από τους κατοίκους της και την κατάληψη της από τους Πέρσες , ένα μέρος του ελληνικού στόλου (350 περίπου τριήρεις με 85.000 άνδρες) υπό την αρχηγία του Ευρυβιάδη του Λακεδαιμονίου συγκεντρώθηκε στην Σαλαμίνα. Οι 180 τριήρεις ήταν Αθηναϊκές, υπό την αρχηγεία του Θεμιστοκλή.

Ο Περσικός στόλος (1.200 πλοία με 300.000 άνδρες) αγκυροβόλησε στο Φάληρο.

Οι αρχηγοί του Ελληνικού στόλου συσκέφθηκαν για να αποφασίσουν τον καταλληλότερο τόπο να ναυμαχήσουν.

Ο Θεμιστοκλής πρότεινε τα στενά της Σαλαμίνας, διότι ο Ελληνικός στόλος, μικρότερος από τον Περσικό, μπορούσε να ελιχθεί καλύτερα και δεν κινδύνευε να κυκλωθεί από τα εχθρικά πλοία.

Η πλειοψηφία όμως των στρατηγών πρότεινε να διεξαχθεί η ναυμαχία στον Ισθμό, για να υπερασπιστούν την Πελοπόννησο και σε έσχατη περίπτωση, αν επικρατούσαν οι Πέρσες, να έχουν τη δυνατότητα να διαφύγουν.

Σε νέα σύσκεψη ο Θεμιστοκλής απείλησε ότι αν δεν ναυμαχούσαν στη Σαλαμίνα, ο Αθηναϊκός στόλος θα αποσυρόταν και οι αθηναίοι θα μετανάστευαν στη Σίρι της Κάτω Ιταλίας. Ο Ευρυβιάδης πείστηκε και άρχισαν οι ετοιμασίες, την επόμενη μέρα όμως – και παραμονή της ναυμαχίας- οι γνώμες των στρατηγών διχάστηκαν :

Οι Αθηναίοι, Αιγινήτες και Μεγαρείς επέμεναν να ναυμαχήσουν στα στενά ενώ οι πελοποννήσιοι προτιμούσαν τον Ισθμό. Τότε ο Θεμιστοκλής, επειδή φοβήθηκε μήπως επικρατήσει η δεύτερη γνώμη, έστειλε κρυφά στον Ξέρξη τον παιδαγωγό των παιδιών του Σίκκινο, με το μήνυμα ότι ο ελληνικός στόλος ετοίμαζαν να διαφύγει, και πως αν ήθελε την νίκη έπρεπε να επιτεθεί αμέσως.

Ο Περσικός στόλος κινητοποιήθηκε αμέσως προκειμένου να πετύχει αιφνιδιασμό. Το μεγαλύτερο μέρος του περσικού στόλου είχε συγκεντρωθεί μεταξύ Ψυτάλλειας και Σαλαμίνος, ενώ τα υπόλοιπα πλοία είχαν κλείσει όλα τα πιθανά περάσματα.

Οι έλληνες όμως πληροφορήθηκαν τις κινήσεις του Περσικού στόλου μέσα στην νύχτα από τον Αριστείδη που με κόπο κατόρθωσε να περάσει ανάμεσα από τα εχθρικά πλοία, και από τον Τήνο Παναίτιο Σωσμένους που αυτομόλησε τους Πέρσες. Ενώ λοιπόν οι Πέρσες προσδοκούσαν να αιφνιδιάσουν τους έλληνες και να τους τρέψουν σε φυγή, μάταια τους περίμεναν όλοι την νύχτα.

Με την ανατολή του ηλίου άκουσαν τους ήχους της σάλπιγγας και τον πολεμικό παιάνα «ω παίδες Ελλήνων, ίτε, ελευθερούτε πατρίδα ελευθερούτε δε παίδας , γυναίκας , Θεών τε πατρώων έδη , θήκας τε προγόνων. Νυν υπέρ πάντων ο αγών.»

Η σύγκρουση έλαβε χώρα ακτές της Σαλαμίνος , όπου ο χώρος ήταν τόσο στενός , ώστε στο πρώτο μέτωπο τα περσικά πλοία που ήταν δυνατόν να παραταχθούν ήταν ισάριθμα με τα ελληνικά. Αυτά είχαν παραταχθεί ως εξής : το αριστερό άκρο καταλάμβαναν οι αθηναϊκές τριήρεις υπό τον Θεμιστοκλή απέναντι από του Φοίνικες, το δεξιό άκρο οι 16 σπαρτιατικές τριήρεις με τον Ευρυβιάδη απέναντι από τους Ίωνες. Δίπλα τους οι τριήρεις των Αιγινητών και στο ενδιάμεσο τα πλοία των άλλων ελληνικών πόλεων. Πρώτος επιτέθηκε ο Αθηναίος Αμεινίας ο Παλληνεύς.

Αμέσως τον ακολούθησαν και τα υπόλοιπα πλοία και η ναυμαχία γενικεύτηκε. Και οι δύο αντίπαλοι αρχικά πολεμούσαν με την ίδια γενναιότητα, γρήγορα όμως φάνηκε η υπεροχή του ελληνικού στόλου και της τακτικής του.

Μέχρι το σούρουπο ο Περσικός στόλος είχε κατατροπωθεί και αναζήτησε καταφύγιο στο Φάληρο. Οι απώλειες του ήταν 200 πλοία, ενώ οι Έλληνες είχαν χάσει 40. Η αναλογία σε άνδρες ήταν πολύ μεγαλύτερη για τους Πέρσες, γιατί πολλοί δεν ήξεραν να κολυμπούν. Επιπλέον, εξοντώθηκε η περσική φρουρά της Ψυτάλλειας που την αποτελούσαν κυρίως επιφανείς Πέρσες και εκλεκτοί πολεμιστές. Η νίκη αυτή των Ελλήνων, αποτέλεσμα όχι μόνο της στρατηγικής σκέψης και της ναυτικής δεινότητας τους, αλλά της ομοψυχίας και της γενναιότητας τους, σήμαινε την αρχή του τέλους για τα επεκτατικά σχέδια των Περσών κατά της Ελλάδας.

Στη Σαλαμίνα ιδρύθηκαν τάφοι με επιγράμματα για τους νεκρούς Σαλαμινομάχους κάθε πόλης. Στους Δελφούς στάλθηκαν πλούσια αφιερώματα και στους γενναιότερους δόθηκαν βραβεία. Η νίκη αυτή και η σημασία της υμνήθηκε από ποιητές, ρήτορες, και Ιστορικούς με σημαντικότερο έργο την τραγωδία του Αισχύλου «Πέρσαι» την πρώτη με ιστορικό θέμα.

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, λόγω της θέσεως και της ασφάλειας, συνείσφερε θετικά στους αγώνες, ενώ ταυτόχρονα απολάμβανε ορισμένων προνομίων.

Υπήρξε καταφύγιο προσφύγων (όπως των Αθηναίων 1687 και κατοίκων της Αττικής και Βοιωτίας το 1770 και το 1821). Από κει βγήκε και η φράση: »πήγε η ψυχή μου στην Κούλουρη».

Πήρε μέρος στα ορλωφικά με αρχηγό το Μητρομάρα, ο οποίος άφησε το σπαθί του τάμα στη Φανερωμένη. Αργότερα δημιουργήθηκε πυρήνας Φιλικών με πρώτο τον ηγούμενο της Ι. Μ. Παναγίας Φανερωμένης, Γρηγόριο Κανέλλο ο οποίος μύησε και τους αδελφούς Αναγνώστη και Αντώνη Βιρβίλη. Στην Επανάσταση του 1821 έλαβαν δραστήρια μέρος με επικεφαλής τον Γεωργάκη Γκλίστη καθώς και τους Γιωργάκη Μάθεση, Ιωάννη Βιέννα, κ.ά. Πολύ μεγάλη και σημαντική ήταν και η βοήθεια που πρόσφερε στον Αγώνα η Ι. Μ. Φανερωμένης. Το 1823 εγκαταστάθηκε το Εκτελεστικό και το Βουλευτικό σώμα της Προσωρινής Διοίκησης της επαναστατημένης Ελλάδας ενώ το 1824 μεταφέρθηκε το τυπογραφείο οπου εκδόθηκε το πρώτο φύλλο της »Εφημερίδας των Αθηνών»,από τον Γ. Ψύλλα. Επίσης, εδώ επανειλημμένα φιλοξενήθηκαν το σύνολο των αγωνιστικών του ΄21 που έλαβαν μέρος στις επιχειρήσεις της Αττικής, της Αθήνας και του Φαλήρου όπως: ο Μακρυγιάννης, ο Τζαβέλλας, ο Κριεζώτης, ο Δ. Υψηλάντης, ο Μαυροβουνιώτης και άλλοι.

Φιλοξενήθηκε και ο Γ. Καραϊσκάκης του οποίου επίλεκτο σώμα αποτέλεσαν Σαλαμίνιοι Αγωνιστές.

Ο Καραϊσκάκης θάφτηκε στο ναό του Αγίου Δημητρίου, του οποίου ήταν και επιθυμία, το 1827. Το 1996, ο τάφος του ανακατασκευάστηκε και στον περίβολο του ναού στήθηκε η προτομή του. Το 1830 ο Καποδίστριας ίδρυσε το παλιό 1ο Δημοτικό Σχολείο, το οποίο λειτούργησε μέχρι το 1981. Σήμερα στεγάζει το αρχαιολογικό μουσείο

.

 

Mετά το τέλος της επανάστασης το νησί γνώρισε μέρες άνθισης των ναυτικών επαγγελμάτων.

Σημαντικό γεγονός για τη Σαλαμίνα ήταν και η εγκατάσταση στο νησί του Πολεμικού Ναύσταθμου το 1878, στη Φανερωμένη και από το 1881 στη σημερινή του θέση . Αυτή η εποχή γέννησε και ανέδειξε αξιόλογες προσωπικότητες, όπως το μεγάλο ζωγράφο Πολυχρόνη Λεμπέση, το φιλόλογο – λαογράφο Πέτρο Φουρίκη, το στρατηγό Θεόδωρο Πάγκαλο, το θεαρτικό συγγραφέα Δημήτρη Μπόγρη και αργότερα το βάρδο του δημοτικού τραγουδιού Γιώργο Παπασίδερη, τον καθηγητή – αρχαιολόγο Δημήτρη Πάλλα, τον αρχηγό Ενόπλων δυνάμεων Σπύρο Αυγέρη κ.ά.

Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής έδωσε σε θυσία και πάλι τα παλικάρια της – στην αντίσταση κατά των κατακτητών – όπως τους Γεωρ. Μπεγνή, Φιλ. Τούτση, Στ.Νικολέτο, Γεωρ. Ελευσινιώτη, κ. αλ., όπως και ομήρους σε γερμανικά στρατόπεδα.

Καθώς περνούσαν τα χρόνια και αύξανε ο πληθυσμός της Αθήνας και του Πειραιά το νησί έγινε σιγά-σιγά από τόπος εκδρομής και παραθερισμού σε τόπο μόνιμης κατοικίας. Το όμορφο φυσικό τοπίο, οι σχετικά πρόσφατες αρχαιολογικές ανακαλύψεις, η πλούσια ιστορική κληρονομιά, τα διάφορα αξιοθέατα, ο βιολογικός καθαρισμός των νερών, η μικρή απόσταση από την Αθήνα έχουν μετατρέψει τη Σαλαμίνα σε ελκυστικό τουριστικό θέρετρο.